ἐρί-μῡκος,ον, (μυκάομαι, μέμυκα)
A. loud-bellowing,
βοῶν ὑπὸ πόσς' ἐριμύκων
Il. 20.497
, cf. 23.775 , Od. 15.235 , Hes. Op. 790 ; ὀλολυγά
AP 6.219.17
(Antip.).
loud-bellowing,
ἐρί-μῡκος,ον, (μυκάομαι, μέμυκα)
A. loud-bellowing,
βοῶν ὑπὸ πόσς' ἐριμύκων
Il. 20.497
, cf. 23.775 , Od. 15.235 , Hes. Op. 790 ; ὀλολυγά
AP 6.219.17
(Antip.).