εὐκατ-όρθωτος,ον,
A. easily effected, πολιορκία
D.S. 34
/ 5.2.45 ; χειρουργία
Heliod.
ap. Orib. 44.23.23 .Adv.-τως Sch.A.R. 1.246 .
easily effected
εὐκατ-όρθωτος,ον,
A. easily effected, πολιορκία
D.S. 34
/ 5.2.45 ; χειρουργία
Heliod.
ap. Orib. 44.23.23 .Adv.-τως Sch.A.R. 1.246 .