LSJἀλλύεσκεGlossἀλλύεσκε , ἀλλύουσα [ῡ] , Ep. for ἀνέλυε, ἀναλύουσα.ἀλλύεσκε,ἀλλύουσα [ῡ], Ep. forἀνέλυε, ἀναλύουσα.Related Lemmasἀλλύουσα