LSJἀλτεῖ:Glossἀλτεῖ: ἀπορεῖ, Hsch. (leg. ἀλύει ). ἀλτηρεία: ἁφὴ τῆς χειρός, Id.ἀλτεῖ: ἀπορεῖ,Hsch. (leg.ἀλύει).ἀλτηρεία: ἁφὴ τῆς χειρός,Id.Related Lemmasἀλτηρεία: