LSJἀλωπεύειGlossἀλωπεύει (cod. ἀλοπ- ) : ἀνιχνεύει, Hsch. ; cf. ἀλωπός.ἀλωπεύει(cod.ἀλοπ-): ἀνιχνεύει,Hsch. ; cf.ἀλωπός.