ἀλωπός,ὁ,
A.
= ἀλώπηξ , Hdn.Gr. 1.189 :—fem.ἀλωπά,ἡ, Hsch.
II. asAdj., = ἀλωπεκώδης , S. Fr. 263 .ἀλωπόχροος,ον, contr.
ἀλωπέκ-χρους,ουν,fox-coloured,
f.l. for ἀλφιτόχρους , AB 381 , Eust. 1968.39 .
ἀλωπός , ὁ , = ἀλώπηξ , Hdn.Gr. 1.189 :—fem. ἀλωπά , ἡ , Hsch. as Adj. , = ἀλωπεκώδης , S. Fr. 263 . ἀλωπόχροος , ον , contr. ἀλωπέκ-χρους , ουν , fox-coloured, f.l. for ἀλφιτόχρους , AB 381 , Eust. 1
ἀλωπός,ὁ,
A.
= ἀλώπηξ , Hdn.Gr. 1.189 :—fem.ἀλωπά,ἡ, Hsch.
II. asAdj., = ἀλωπεκώδης , S. Fr. 263 .ἀλωπόχροος,ον, contr.
ἀλωπέκ-χρους,ουν,fox-coloured,
f.l. for ἀλφιτόχρους , AB 381 , Eust. 1968.39 .