LSJθεοφίλ-ειαGlossθεοφίλ-εια [ φῐ], ἡ ,= θεοφιλία , Marin. Procl. 32 .θεοφίλ-εια[φῐ],ἡ ,=θεοφιλία, Marin. Procl. 32 .