LSJθερᾰπ-εύτριαGlossθερᾰπ-εύτρια , ἡ , fem. of θεραπευτής EM 47.45 .θερᾰπ-εύτρια,ἡ, fem. ofA.θεραπευτήςEM 47.45.ReferencesEM 47.45