θοῃρός: τεταραγμένος(i.e.θολερός), Hsch.,EM 453.20 .θοιά,ἡ,
A. pair of mules, Hsch. , Theognost. Can. 20 .θοίηβος,ὁ,=θαῦμα, Cyr. ; cf.θῆβος.
pair of mules
θοῃρός: τεταραγμένος(i.e.θολερός), Hsch.,EM 453.20 .θοιά,ἡ,
A. pair of mules, Hsch. , Theognost. Can. 20 .θοίηβος,ὁ,=θαῦμα, Cyr. ; cf.θῆβος.