θῡμο-ρᾰϊστής,οῦ,ὁ, (ῥαίω)
A. life-destroying, θάνατος
Il. 13.544
, 16.414 ;δηί̈ων ὕπο θυμοραϊστέωνib. 591 . (θῡμο-ρραίστης
Glauc. ap. Sch.B Il. 16.414 .)
life-destroying
θῡμο-ρᾰϊστής,οῦ,ὁ, (ῥαίω)
A. life-destroying, θάνατος
Il. 13.544
, 16.414 ;δηί̈ων ὕπο θυμοραϊστέωνib. 591 . (θῡμο-ρραίστης
Glauc. ap. Sch.B Il. 16.414 .)