LSJἰδῐ-αίτεροςGlossἰδῐ-αίτερος , ἰδῐ́-ατος , Comp. and Sup. of ἴδιος (q.v.).ἰδῐ-αίτερος,ἰδῐ́-ατος, Comp. and Sup. ofἴδιος(q.v.).Related Lemmasἰδῐ́-ατος