LSJἀματίζει:Glossἀματίζει: ἀναφυρᾷ, Hsch. ἀμάτις: ἅπαξ ( Tarent. ), Id.; cf. ἁμάκις.ἀματίζει: ἀναφυρᾷ,Hsch.ἀμάτις: ἅπαξ( Tarent. ), Id.; cf.ἁμάκις.Related Lemmasἀμάτις: