ἱκετ-ηρίς,ίδος,ἡ, pecul. fem. ofἱκετήριος, Orph. H. 3.13 , 34.27 .
ἱκετ-ηρίς
Gloss
ἱκετ-ηρίς , ίδος , ἡ , pecul. fem. of ἱκετήριος , Orph. H. 3.13 , 34.27 .
ἱκετ-ηρίς , ίδος , ἡ , pecul. fem. of ἱκετήριος , Orph. H. 3.13 , 34.27 .
ἱκετ-ηρίς,ίδος,ἡ, pecul. fem. ofἱκετήριος, Orph. H. 3.13 , 34.27 .