LSJἀμβόαμαGlossἀμβόαμα , ἀμβοάω , poet. for ἀναβόαμα, ἀναβοάω.ἀμβόαμα,ἀμβοάω, poet. forἀναβόαμα, ἀναβοάω.Related Lemmasἀμβοάω