LSJἸχν-εύτειραGlossἸχν-εύτειρα , ἡ , fem. of ἰχνευτήρ, τέχνα IG 9(1).880.9 (Corc.).Ἰχν-εύτειρα,ἡ, fem. ofA.ἰχνευτήρ, τέχναIG 9(1).880.9(Corc.).ReferencesIG 9(1).880.9