LSJκᾰθάρ-τριαGlossκᾰθάρ-τρια , ἡ , fem. of καθαρτής , Sch. Pi. P. 3.139 .κᾰθάρ-τρια,ἡ, fem. ofκαθαρτής, Sch. Pi. P. 3.139 .