καλλοποιός,όν,
A. producing beauty,ἄνθος κάλλους κ. Plot. 6.7.32 , cf. Procl. in Ti. 1.269
D.,in Prm. p.543
S. ; cf.καλοποιός.
producing beauty
καλλοποιός,όν,
A. producing beauty,ἄνθος κάλλους κ. Plot. 6.7.32 , cf. Procl. in Ti. 1.269
D.,in Prm. p.543
S. ; cf.καλοποιός.