LSJκάνναβ-οςGlossκάνναβ-ος , ἡ , = κάνναβις , Poll. 10.176 . v. κάναβος .κάνναβ-ος,ἡ,A.= κάνναβις , Poll. 10.176 .II.v. κάναβος .ReferencesPoll. 10.176