κατάγομος,ον,
A. deep-laden, heavy-laden, πλοῖα
Plb. 9.43.6
, D.S. 5.35 ; ἅμαξαι
Id. 3.34
: c. gen.,laden with, full of, στρατοῦ λαφύρων καταγόμου
App. Syr. 21
; ψευσμάτων
J. Ap. 2.9
: also c. dat., ἀπῄεσαν κ. ταῖς ὠφελείαις
D.S. 31.45
.
deep-laden, heavy-laden
κατάγομος,ον,
A. deep-laden, heavy-laden, πλοῖα
Plb. 9.43.6
, D.S. 5.35 ; ἅμαξαι
Id. 3.34
: c. gen.,laden with, full of, στρατοῦ λαφύρων καταγόμου
App. Syr. 21
; ψευσμάτων
J. Ap. 2.9
: also c. dat., ἀπῄεσαν κ. ταῖς ὠφελείαις
D.S. 31.45
.