LSJκαταδουλ-ισμόςGlossenslavementκαταδουλ-ισμός,ὁ,A. enslavement,ἅπτεσθαιorἐφάπτεσθαί τινος ἐπὶ καταδουλισμῷ, GDI 1685.5 , 1686.8 , al. (Delph.).ReferencesGDI 1685.51686.8