καταλαπριώσει: ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει, Hsch.
καταλαπριώσει:
Gloss
καταλαπριώσει: ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει , Hsch.
καταλαπριώσει: ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει , Hsch.
καταλαπριώσει: ἀποκτενεῖ, καταδέξεται, κατατρυπήσει ἢ καταπερήσει, Hsch.