κατάξηρ-ος,ον,
A. very dry, parched, γλῶσσαι
Hp. Prorrh. 1.3
, cf. Arist. de An. 422b5 , Thphr. CP 6.18.3 , etc.; τὸ κ. τῆς βώλου
Alciphr. 3.35
: metaph.,ψυχὴ κ. LXX Nu. 11.6 ; τὸ κ. τῆς ἐπιθυμίας
Alciphr. 1.22
; of persons,κ. γινομένους πρός τι ἀπαγορεύειν stale, Plu. 2.8c .Adv.
-ρως, πυρέσσειν
Antyll.
ap. Orib. 9.23.6 .