καταστωμύλλομαι,
A. chatter,οἷα κατεστωμύλατο οὐκ ἄκαιρα(Dind.κἀστωμύλατο) Ar. Th. 461 :pf. part. κατεστωμυλμένος a chattering fellow, Id. Ra. 1160 , Numen. ap. Eus. PE 14.5 .
II. in pass. sense,τὰ κατεστ.things blabbed out,
EM 524.31 .
chatter
καταστωμύλλομαι,
A. chatter,οἷα κατεστωμύλατο οὐκ ἄκαιρα(Dind.κἀστωμύλατο) Ar. Th. 461 :pf. part. κατεστωμυλμένος a chattering fellow, Id. Ra. 1160 , Numen. ap. Eus. PE 14.5 .
II. in pass. sense,τὰ κατεστ.things blabbed out,
EM 524.31 .