κελευσ-μοσύνη,ἡ, Ion. forκελευσμός, κέλευσμα, Hdt. 1.157 .
κελευσ-μοσύνη
Gloss
κελευσ-μοσύνη , ἡ , Ion. for κελευσμός, κέλευσμα , Hdt. 1.157 .
κελευσ-μοσύνη , ἡ , Ion. for κελευσμός, κέλευσμα , Hdt. 1.157 .
κελευσ-μοσύνη,ἡ, Ion. forκελευσμός, κέλευσμα, Hdt. 1.157 .