κερχᾰλέος,α,ον,
A. rough, hoarse, βήξ
Hp. Epid. 7.16
;κερχαλέον ὑποσυρίζειν
v.l. for κερχναλέον ib. 7 :—writtenκερχναλέος, Gal. 19.111 .
rough, hoarse
κερχᾰλέος,α,ον,
A. rough, hoarse, βήξ
Hp. Epid. 7.16
;κερχαλέον ὑποσυρίζειν
v.l. for κερχναλέον ib. 7 :—writtenκερχναλέος, Gal. 19.111 .