κηδάζω,κηδαλίζω,
A.
= καθαίρω , Hsch.
κηδαίνω, collat. form ofκήδω, Id.κήδαλον: αἰδοῖον, κέρας, σκάλαθρον, Id.
κηδάζω , κηδαλίζω , = καθαίρω , Hsch. κηδαίνω , collat. form of κήδω , Id. κήδαλον: αἰδοῖον, κέρας, σκάλαθρον , Id.
κηδάζω,κηδαλίζω,
A.
= καθαίρω , Hsch.
κηδαίνω, collat. form ofκήδω, Id.κήδαλον: αἰδοῖον, κέρας, σκάλαθρον, Id.