LSJκησσόν:Glossκησσόν: εὔοδμον , Hsch. (i.e. κηῶεν ). κήτα , ἡ , = καλαμίνθη , Id. (cf. καιετάεις ).κησσόν: εὔοδμον, Hsch. (i.e.κηῶεν).κήτα,ἡ,A.= καλαμίνθη , Id. (cf.καιετάεις).Related Lemmasκήτα