κλᾰδᾰρός,ά,όν, (dissim.fr.Κραδαρός, cf.κραδάω, κραδαίνω)
A. quivering, 'whippy' in the shaft, δοράτια
Plb. 6.25.5
; κάμακες
AP 9.322
( Leon. ,v.l. κλαμ-);wavy, ζωηφόρος κλαδαρὰ οἷον ἱμάς
Cat.Cod.Astr. 7.241
.
quivering, 'whippy' in the shaft
κλᾰδᾰρός,ά,όν, (dissim.fr.Κραδαρός, cf.κραδάω, κραδαίνω)
A. quivering, 'whippy' in the shaft, δοράτια
Plb. 6.25.5
; κάμακες
AP 9.322
( Leon. ,v.l. κλαμ-);wavy, ζωηφόρος κλαδαρὰ οἷον ἱμάς
Cat.Cod.Astr. 7.241
.