κονίζω,
A.
v. κονίω .
II. κονίζειν, name of a garment, dub. in Hsch.
s.v. διακονίς .κόνικλος, v. κύνικλος .
κονίζω , v. κονίω . κονίζειν , name of a garment, dub. in Hsch. s.v. διακονίς . κόνικλος , v. κύνικλος .
κονίζω,
A.
v. κονίω .
II. κονίζειν, name of a garment, dub. in Hsch.
s.v. διακονίς .κόνικλος, v. κύνικλος .