LSJκορακ-ῑνίςGlossκορακ-ῑνίς , ίδος , ἡ , fem. form of κορακῖνος 11 , Gp. 20.25.2 .κορακ-ῑνίς,ίδος,ἡ, fem. form ofA.κορακῖνος11, Gp. 20.25.2 .References11Gp. 20.25.2