LSJκοσώλυφος:Glossκοσώλυφος: βόθυνος, ὄχθος, ἀνάστημα γῆς, ἢ σπέρμα , Hsch.κοσώλυφος: βόθυνος, ὄχθος, ἀνάστημα γῆς, ἢ σπέρμα, Hsch.