κρίμν-ος,ἡ, a purple dye, PHolm. 8.43 (κριμνονPap.);
A.
κρημνός
Ps.-Democr.
Alch. p.42
B. ;κριμνούς: λευκάς τινας βοτάνας, Hsch.
κρίμν-ος , ἡ , a purple dye, PHolm. 8.43 ( κριμνον Pap.); κρημνός Ps.-Democr. Alch. p.42 B. ; κριμνούς: λευκάς τινας βοτάνας , Hsch.
κρίμν-ος,ἡ, a purple dye, PHolm. 8.43 (κριμνονPap.);
A.
κρημνός
Ps.-Democr.
Alch. p.42
B. ;κριμνούς: λευκάς τινας βοτάνας, Hsch.