LSJλεάν-τειραGlossλεάν-τειρα , ἡ , fem. of λεαντήρ, κίσηρις AP 6.295 ( Phan. ).λεάν-τειρα,ἡ, fem. ofA.λεαντήρ, κίσηριςAP 6.295( Phan. ).ReferencesAP 6.295Phan.