LSJλιμφεύειν:Glossλιμφεύειν: ἀπατᾶν , Hsch. λιμφός: συκοφάντης, ἢ μηνυτὴς παρανόμων , Id.λιμφεύειν: ἀπατᾶν, Hsch.λιμφός: συκοφάντης, ἢ μηνυτὴς παρανόμων, Id.Related Lemmasλιμφός: