λυγκαίνω,
A. sob, Suid.
s.v. ἀναλύζουσα .λυγκαστήσει: αὔξει παραπλησίως, ἢ λυγκάσαι, ῥεῦσαι, Hsch. (fort. . .ἢ λύγκας ἀγρεῦσαι).
sob
λυγκαίνω,
A. sob, Suid.
s.v. ἀναλύζουσα .λυγκαστήσει: αὔξει παραπλησίως, ἢ λυγκάσαι, ῥεῦσαι, Hsch. (fort. . .ἢ λύγκας ἀγρεῦσαι).