LSJΛῠκι-άρχισσαGlossΛῠκι-άρχισσα , ἡ , fem. of Λυκιάρχης , ib. 189a2 (ibid.).Λῠκι-άρχισσα,ἡ, fem. ofΛυκιάρχης, ib. 189a2 (ibid.).