λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν, Hsch. (alsoλώλεσσαν).λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον, Id.λωί̈τερος,
A.
v. λωί̈ων .λωϊτήνη: συμφερωτέρα, Id.
λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν , Hsch. (also λώλεσσαν ). λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον , Id. λωί̈τερος , v. λωί̈ων . λωϊτήνη: συμφερωτέρα , Id.
λώεσσαν: τὴν ἅμαξαν, Hsch. (alsoλώλεσσαν).λωϊσμόν: χῶμα ἢ κλωσμένον, Id.λωί̈τερος,
A.
v. λωί̈ων .λωϊτήνη: συμφερωτέρα, Id.