LSJμαγγᾰν-εύτριαGlossμαγγᾰν-εύτρια , ἡ , fem. of μαγγανευτής , Hsch. s.v. βαμβακεύτρια .μαγγᾰν-εύτρια,ἡ, fem. ofμαγγανευτής, Hsch.A.s.v. βαμβακεύτρια .