LSJμελιτόν:Glossμελιτόν: κηρίον, ἢ τὸ ἑφθὸν γλεῦκος , Hsch. ; v. μέλι .μελιτόν: κηρίον, ἢ τὸ ἑφθὸν γλεῦκος, Hsch. ;A.v. μέλι .