μόγος,ὁ,
A. toil, ἱδρῶ θ', ὃν ἵδρωσα μόγῳ
Il. 4.27
; ἀέθλους ἐξανύσαντα μόγῳ
IG 3.900
; μόγῳ πολλῷ κάμηλον ἐξειλκύσαμεν
Alciphr. 1.17
.
2. trouble, distress, S. OC 1744 (lyr.). (Cf. Lith.smagùs'heavy': the initialsis preserved inσμογερός, σμυγερός.)
toil
μόγος,ὁ,
A. toil, ἱδρῶ θ', ὃν ἵδρωσα μόγῳ
Il. 4.27
; ἀέθλους ἐξανύσαντα μόγῳ
IG 3.900
; μόγῳ πολλῷ κάμηλον ἐξειλκύσαμεν
Alciphr. 1.17
.
2. trouble, distress, S. OC 1744 (lyr.). (Cf. Lith.smagùs'heavy': the initialsis preserved inσμογερός, σμυγερός.)