LSJμυστηρίςGlossμυστηρίς , ίδος , pecul. fem. of μυστηρικός, τελεταί AP 7.9 ( Damag. ).μυστηρίς,ίδος, pecul. fem. ofA.μυστηρικός, τελεταίAP 7.9( Damag. ).ReferencesAP 7.9Damag.