LSJναισιελίαGlossναισιελία , ἡ , = ἀποπληξία, ἐμβροντησία , Hsch. :—also ναισήματα , Id.ναισιελία,ἡ,A.= ἀποπληξία, ἐμβροντησία , Hsch. :—alsoναισήματα, Id.ReferencesHsch.Related Lemmasναισήματα