ὀπιπᾶ: ἐξαπατᾶ, ἀπαταιῶν,
Hsch. ; i. e.ὀπιπᾷ: ἐξαπατᾷ,andὀπῖπα: ἀπατεών(cf.γυναικοπίπης, παρθενοπίπης, παιδοπίπης, πυρροπίπης).
ὀπιπᾶ: ἐξαπατᾶ, ἀπαταιῶν, Hsch. ; i. e. ὀπιπᾷ: ἐξαπατᾷ, and ὀπῖπα: ἀπατεών (cf. γυναικοπίπης, παρθενοπίπης, παιδοπίπης, πυρροπίπης ).
ὀπιπᾶ: ἐξαπατᾶ, ἀπαταιῶν,
Hsch. ; i. e.ὀπιπᾷ: ἐξαπατᾷ,andὀπῖπα: ἀπατεών(cf.γυναικοπίπης, παρθενοπίπης, παιδοπίπης, πυρροπίπης).