LSJὀργογοργονίστριαGlossὀργογοργονίστρια , ἡ , epith. of Ἐρινύς, PMag.Par. 1.1419 .ὀργογοργονίστρια,ἡ, epith. ofἘρινύς,PMag.Par. 1.1419 .