ὀρει-βάτης [ᾰ],ου,ὁ,
A. mountain-ranging,
θήρ
S. Ph. 955
; Κύκλωψ
E. Tr. 436
;αἶγες, πιθήκη,
Ael. NA 14.16 , 6.26 ; ὄρνις
Ar. Av. 276
codd. (ὀριβ-Brunck) ; v. οὐριβάτας, ὀρειοβάτης.
mountain-ranging,
ὀρει-βάτης [ᾰ],ου,ὁ,
A. mountain-ranging,
θήρ
S. Ph. 955
; Κύκλωψ
E. Tr. 436
;αἶγες, πιθήκη,
Ael. NA 14.16 , 6.26 ; ὄρνις
Ar. Av. 276
codd. (ὀριβ-Brunck) ; v. οὐριβάτας, ὀρειοβάτης.