ὄρχᾰτος,ὁ,
A.
= ὄρχος ,row of trees,
πολλοὶ δὲ φυτῶν ἔσαν ὄρχατοι ἀμφίς
Il. 14.123
; πεπαίνοντ' ὀρχάτους ὀπωρινούς
E. Fr. 896.2
; οἴνης ὀρχάτους
Moschio
Trag. 6.12 ; hence also ὀδόντων ὄ.
AP 11.374
( Maced. ); κιόνων
Ach.Tat. 5.1
.
2. as collective Noun,orchard, garden,
ἔκτοσθεν δ' αὐλῆς μέγας ὄρχατος
Od. 7.112
, cf. 24.222 , al. ; ὄ. ἠνεμόεις