LSJπαντό-πωλιςGlossπαντό-πωλις , ιδος , ἡ , fem. of παντοπώλης , PRyl. 227.3 (iii A. D.) .παντό-πωλις,ιδος,ἡ, fem. ofπαντοπώλης, PRyl. 227.3(iii A. D.).