παρα-βᾰτός, poet.παρβᾰτός,όν,
A. to be overcomeoroverreached, Διὸς οὐ παρβατός ἐστιν φρήν
A. Supp. 1048
(lyr.); κράτος παραβατὸν οὐδαμᾷ πέλει
S. Ant. 874
(lyr.).
to be overcome
παρα-βᾰτός, poet.παρβᾰτός,όν,
A. to be overcomeoroverreached, Διὸς οὐ παρβατός ἐστιν φρήν
A. Supp. 1048
(lyr.); κράτος παραβατὸν οὐδαμᾷ πέλει
S. Ant. 874
(lyr.).