περιμαιμάω,
A. seek round,ἰχθυάᾳ σκόπελον περιμαιμώωσα( Ep.
part.) Od. 12.95 .
2. seek eagerly,ἀπὸ μαζῶν . . χείλεσσι γλάγος π. Q.S. 14.16 .
seek round
περιμαιμάω,
A. seek round,ἰχθυάᾳ σκόπελον περιμαιμώωσα( Ep.
part.) Od. 12.95 .
2. seek eagerly,ἀπὸ μαζῶν . . χείλεσσι γλάγος π. Q.S. 14.16 .