LSJπερισυγ-καταλαμβάνομαιGlossto be includedπερισυγ-καταλαμβάνομαι, Pass. ,A. to be included, τοὺς ἑτέρους ἤχους π. ὑπὸ τῶν ἑτέρωνArist. Aud. 803b41.ReferencesArist. Aud. 803b41